congregate in Grieks

Uitspraak
ρήμ. συναθροίζω, συναθροίζομαι, συνέρχομαι

Voorbeeldzinnen

People congregated in Moscow: more socialism.
Ο κόσμος συναθροιζόταν στη Μόσχα, ζητώντας περισσότερο σοσιαλισμό.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!
When there are problems in Europe, people congregate in Brussels: more integration.
Όταν υπάρχουν προβλήματα στην Ευρώπη, ο κόσμος συναθροίζεται στις Βρυξέλες, ζητώντας περισσότερη ολοκλήρωση.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!



© dictionarist.com