cleverly in Grieks

Uitspraak
(Lex**) έξυπνα

Voorbeeldzinnen

Mr President, Commissioner, ladies and gentlemen, the decision we have taken is a smart one and it has been cleverly presented.
Κύριε Πρόεδρε, Επίτροπε, κυρίες και κύριοι, η απόφαση που λάβαμε είναι έξυπνη και έχει παρουσιαστεί με έξυπνο τρόπο.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!
Mr Brown's cleverly disguised appearance at the Paris Eurogroup summit was a notable achievement of the French presidency.
" έξυπνα μασκαρεμένη εμφάνιση του κ. Brown στη σύνοδο κορυφής Eurogroup του Παρισιού αποτέλεσε ένα ξεχωριστό επίτευγμα της Γαλλικής προεδρίας.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!
At present, warnings are cleverly hidden by displays or coloured packaging.
Για την ώρα, οι προειδοποιήσεις καλύπτονται με έξυπνο τρόπο από εικόνες ή έγχρωμη συσκευασία.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!
For months this cleverly staged psychodrama has been holding Parliament and other international bodies in suspense.
Επί μήνες αυτό το ευφυώς σκηνοθετημένο ψυχόδραμα διατηρεί το Κοινοβούλιο και τα άλλα διεθνή όργανα σε αναμονή.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!
Only now, with the passage of time, do many of us realise how cleverly we were sometimes drawn into the webs of totalitarianism.
Μόλις τώρα, με το πέρασμα του χρόνου, συνειδητοποιούν πολλοί από εμάς πόσο έξυπνα παγιδευτήκαμε σε ορισμένες περιπτώσεις στα δίχτυα του απολυταρχισμού.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!
He answered very cleverly, because he is a clever politician: that is up to you - you are a politician.
Απάντησε πολύ έξυπνα, καθώς είναι έξυπνος πολιτικός: από εσάς εξαρτάται - είστε πολιτικός.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!
Mr President, you very cleverly observed today that we had a Member reading a speech from an iPad for the first time.
(EN) Κύριε Πρόεδρε, πολύ έξυπνα παρατηρήσατε σήμερα ότι κάποιος βουλευτής ανέγνωσε την ομιλία του από iPad για πρώτη φορά.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!

Synoniemen

1. deftly: adroitly, agilely
2. intelligently: judiciously, sensibly, shrewdly, ingeniously, skillfully
3. guilefully: shrewdly, slyly, skillfully


© dictionarist.com