cackle in Grieks

ουσ. κακάρισμα, φλυαρία
ρήμ. γελώ, κακαρίζω


Here I was, wrapped up in a Persian rug, packed in tightly between bags of grain, a crate of vegetables and a dozen cages of cackling hens.
Ήμουν εδώ, τυλιγμένη σε ένα Περσικό χαλί, συσκευασμένο σφιχτά ανάμεσα σε σάκους με σιτηρά, σε ένα κιβώτιο με λαχανικά και μια ντουζίνα κλουβιά από κότες που κακάριζαν.
Uitspraak Uitspraak Uitspraak Report Error!


1. cluck: crow, quack, gabble
2. laugh: chortle, snigger, giggle, chuckle, titter